λευκόλιθος

ο
το ορυκτό ανθρακικό μαγνήσιο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • λευκόλιθος — made of white marble masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λευκόλιθος — Ονομασία κολλοειδούς παραλλαγής του ορυκτού μαγνησίτης (ανθρακικό μαγνήσιο). Είναι χρώματος λευκού ή κιτρινόλευκου. Προέρχεται από τη χημική αποσάθρωση περιδοτιτικών πετρωμάτων, κατά την οποία, εκτός από λ., σχηματίζεται και σερπεντίνης. Στην… …   Dictionary of Greek

  • λευκολίθοις — λευκόλιθος made of white marble masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λευκολίθου — λευκόλιθος made of white marble masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λευκολίθων — λευκόλιθος made of white marble masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λευκόλιθα — λευκόλιθος made of white marble neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λευκ(ο)- — (AM λευκ[ο] ) α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθετο λευκός. Τα σύνθ. στα οποία εμφανίζεται είναι προσδιοριστικού τύπου (δηλ. το α συνθετικό προσδιορίζει το β , πρβλ. λευκοθώραξ, λευκοπρόσωπος) με… …   Dictionary of Greek

  • Χαλκιδικής, νομός — Νομός που καλύπτει το έδαφος της ομώνυμης χερσονήσου της κεντρικής Μακεδονίας. Στον νομό δεν υπάγεται η περιοχή του Άθω (Άγιον Όρος), ο οποίος συνορεύει στα Β με τον νομό Θεσσαλονίκης, ενώ από τις 3 άλλες πλευρές του βρέχεται από το Αιγαίο. Ο… …   Dictionary of Greek

  • Yerakini — or Gerakini village (rarely Gherakini) (in Greek Γερακινή) (pronounced /jeraki ni:/, yerake nee) lies on the Toroneos Gulf between the two promontories Kassandra and Sithonia in the Chalkidiki/Khalkidiki (in Greek Χαλκιδική) peninsula… …   Wikipedia

  • λίθος — ο (AM λίθος, ὁ Α και λίθος, ἡ) 1. τεμάχιο πετρώματος ή βράχου, πέτρα, λιθάρι (α. «τρηχὺς λίθος», Ομ. Ιλ. β. «στερεὴ λίθος», Ομ. Οδ. γ. «σοὶ δ αἰεὶ κραδίη στερεωτέρη ἐστὶ λίθοιο», Ομ. Οδ.) 2. ιατρ. σύγκριμα που σχηματίζεται στα διάφορα όργανα και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.